4

Οι ταράτσες, ειδικά εκείνες που κοιτούν ανεμπόδιστα τον νότο, έγιναν κήποι, μπήκαν φωτοβολταϊκά, μικρές ανεμογεννήτριες, γινόταν συλλογή βρόχινου νερού και κομποστοποίηση. Η διαχείριση ήταν κοινή, περίπου ανά οικοδομικό τετράγωνο, αλλά όχι από κάποιον κανόνα – η πρόσβαση στους χώρους και στις συνελεύσεις, άλλωστε, ήταν ανοιχτή.

Τα ρετιρέ που κοιτάνε προς νότο και λούζονται ήλιο ήταν συλλογικοποιημένοι χώροι της πολυκατοικίας. Τα μπαλκόνια τους ήταν χωράφια, και τα διαμερίσματα κοινοί χώροι: αποθήκες εργαλείων κηπουρικής, ίσως κάποιο κοινόχρηστο σαλόνι/κουζίνα με μπόλικο φως.
Τα υπόλοιπα ρετιρέ, τα υπόγεια, τα ισόγεια και κάποιες φορές οι πρώτοι όροφοι έγιναν συλλογικοποιημένοι κοινόχρηστοι χώροι: εργαστήρια, αποθήκες-καταστήματα, και δωμάτια επισκεπτών.

Η πόλη σίγουρα δεν εγκαταλείφθηκε. Ούτε γκρεμίστηκε. Δεν θα ήταν πρακτικό καν να προσπαθήσεις να δημιουργήσεις και να διαχειριστείς τόσα πολλά μπάζα, και να ξεχωρίσεις και να μεταφέρεις τα αντικείμενα που μπορεί να ήθελε κάποιο να σώσει. Πολλά κτήρια υπήρξε συμφωνία να γκρεμιστούν, αλλά όχι ολόκληρη η πόλη. Η επανάσταση δεν την εξαφάνισε για να πάρουν την θέση της μόνο “μικρές κοινότητες”.

3

Τα μικρά και τα σκοτεινά διαμερίσματα σε υπόγεια, ημιυπόγεια και ισόγεια αδειάσαν γρήγορα. Κτίρια με γραφεία, σχεδόν όλα άδεια και άχρηστα από καιρό, με λίγη δουλειά έγιναν πολύ ευρύχωρα και ευχάριστα διαμερίσματα.

Γρήγορα οι εξώπορτες των πολυκατοικιών και οι πόρτες που βγάζουν στις ταράτσες αφαιρέθηκαν. Τα τοιχάκια ανάμεσα στις ταράτσες και τους ακάλυπτους γκρεμίστηκαν. Το ίδιο και πολλές μεσοτοιχίες, ενώνοντας κτήρια και δημιουργώντας εσωτερικούς διαδρόμους που καμιά φορά συνεχίζονταν με γέφυρες, συνδέοντας κτήρια διαφορετικών τετραγώνων. Έτσι τα παράλληλα επίπεδα της κάθετης διαστρωμάτωσης της πόλης – οι όροφοι των πολυκατοικιών – έπαψαν να είναι ξεχωριστές νησίδες, και οι χώροι έξω από τις πόρτες των διαμερισμάτων απέκτησαν μία κοινωνικότητα και κινητικότητα που δεν άνηκε τελείως ούτε στο “δημόσιο” αλλά ούτε και στο “ιδιωτικό”. Ήταν μία καταστροφική δημιουργία που αποτύπωνε αρχιτεκτονικά μία παρέμβαση στην αντίληψη του χώρου: αν το “ιδιωτικό” και το “δημόσιο” είχαν κάποιο νόημα, τότε το είχαν όχι ως δύο ξεχωριστές σφαίρες, αλλά ως άκρα ενός φάσματος.

Με εξαίρεση λίγους κεντρικούς δρόμους και παραδρόμους, η άσφαλτος ξηλώθηκε και ελευθερώθηκε η γη.

Σε κάποιες γειτονιές γκρεμίσανε τελείως τους τοίχους των ισογείων. Οι πολυκατοικίες εκεί πατούσαν μόνο στις κολώνες τους. Οι πρώην δρόμοι ενώθηκαν με τους ακάλυπτους. Μπορούσες πλέον να διασχίσεις το καρέ του χάρτη με χίλιους τρόπους. Στον ήλιο των δρόμων όμως, επικρατούσαν τα φυτά, και στην σκιά κάτω από τις πολυκατοικίες χαραζόταν το μεγαλύτερο μήκος των μονοπατιών.

Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε σαν μία προσπάθεια αποφυγής της επιτήρησης από τον καιρό των ταραχών, αλλά αργότερα συνεχίστηκε από γούστο. Ακυρώνοντας τον παλιό χάρτη, και κάνοντας οποιαδήποτε νέα χαρτογράφηση αδιανόητη, ήταν μία πρακτική σχέση με τον χώρο που συμπεριλάμβανε σαν ιδανικό την αντίθεση στην επιτήρηση. Ήταν και ένα παιχνίδι στον χώρο που συνδύαζε το συμβολικό “γκρέμισμα των τειχών” με την δημιουργία δυνατοτήτων χρήσης του χώρου που ταίριαζε στις επιθυμητές κοινωνικές σχέσεις.


“Your map a declaration, a trap, a war.” – Sean Bonney – Our Death (2019)

2

Παλιότερα, αρκετός κόσμος βρισκόταν εκεί από οικονομικό εξαναγκασμό, ή από την υπόσχεση της οικονομικής ευκαιρίας – όμοιο πράγμα – και από κάποια στιγμή και μετά η πόλη δεν είχε κάτι για αυτόν. Πήγε εκεί που θα ήθελε να ήταν, έχοντας την ελευθερία να αναζητήσει πρόσωπα και μέρη από το παρελθόν, τοπία που ήθελε να δει, ή αναζητώντας ακόμα την οικονομική ευκαιρία, η οποία πλέον δεν ήταν εδώ.

1 – η «αρχή»(;)

Όποιο ρωτούσες θα σου έλεγε κάτι διαφορετικό. Πώς ξεκίνησε; Ήταν εκείνη ή η άλλη απεργία, ή εκείνες οι μέρες ταυτόχρονων συγκρούσεων έξω από τη βουλή, στα τοπικά αστυνομικά τμήματα και στις φυλακές. Ήταν ο Σεπτέμβρης που σφράγισε το τελευταίο «ακαδημαϊκό έτος», όταν μετά από 9 μήνες καταλήψεων, τα συντονιστικά των σχολών κάλεσαν τις συνελεύσεις μέσα από τις οποίες συστάθηκαν οι ανοιχτοί χώροι σπουδών. Άλλα θα έλεγαν ότι ήταν πιο μετά ή πιο πριν, την πρώτη φορά που η γενική απεργία κράτησε μια βδομάδα, την μέρα που οι αγρότες έστησαν δωρεάν λαϊκές στις πλατείες, τον χειμώνα που τα συνδικάτα ανέλαβαν την κατάργηση των υπουργείων, ή τον επόμενο χειμώνα, που τα σωματεία βάσης και οι συνελεύσεις εργαζομένων/ανέργων και χρηστών ανέλαβαν την κατάργηση των συνδικάτων. Κάποια μπορεί να έλεγαν για εκείνη την άνοιξη που μετά από έναν χρόνο όπου η «προσωρινή κυβέρνηση» βρισκόταν σε υπόγεια καταφύγια, έγινε μία ακόμη προσπάθεια για εκλογές η οποία αγνοήθηκε σε τέτοιο βαθμό, που μέχρι και οι τελευταίοι επίδοξοι Πολιτικοί τα παράτησαν. Ή κάποια άλλα μπορεί να ανέφεραν την ημέρα της μεγάλης λιποταξίας των φαντάρων, ταυτόχρονα, σε 5 γειτονικές και παραδοσιακά «αντίπαλες» χώρες. Τα περισσότερα τοποθετούσαν το «τέλος» και την «αρχή» κοντά στην στιγμή που τα ίδια σταμάτησαν να δουλεύουν ή να σπουδάζουν με την κλασσική έννοια, που έφυγαν από μία κακοποιητική σχέση, που έκαναν νέους φίλους, ερωτεύτηκαν και ξαναερωτεύτηκαν, ξεκίνησαν νέες συγκατοικήσεις – την στιγμή που, σε συνδιαλλαγή με μία κοινωνική συγκυρία, ένιωσαν την ζωή τους να αλλάζει.

Όποια και να ήταν η «αρχή», όλα θα συμφωνούσαν ότι κάποια στιγμή ο κόσμος βρέθηκε να το νιώθει όχι απλώς διανοητό ότι η απεργία δεν θα σταματήσει, ότι οι καταλήψεις θα εξαπλωθούν, οι λιποταξίες θα συνεχιστούν και τα σύνορα θα πέσουν, αλλά να το κάνει ήδη πράξη. Μαζί με την μονιμοποίηση των απεργιών ο κόσμος συνήθισε να προσφέρει μεταξύ του όλο και περισσότερο αγαθά και χρόνο. Μαζί με το μπλοκάρισμα και την καταστροφή πολλών υποδομών εξαπλώθηκαν νέες κοινές πρακτικές και βασικές γνώσεις. Μαζί με το άπλωμα των καταλήψεων και τις απεργίες ενοικίου διαβρώθηκε η ιδέα της προσόδου και της ιδιοκτησίας. Και είχε βοηθήσει ότι στις μεγάλες συγκρούσεις του χιονισμένου Γενάρη εκείνα που οργάνωσαν τις επιδρομές στα ΑΤ έβγαλαν έξω τα αρχεία και τους υπολογιστές και άναψαν μεγάλες φωτιές, και ότι λίγους μήνες μετά κάποιο χάκαρε και διέγραψε ο,τι υπήρχε στους σέρβερ της εφορίας.

Ό,τι πριν πουλιόταν είχε αρχίσει να γίνεται αντικείμενο μοιρασμού, ό,τι επιτηρούσε και πειθάρχιζε αντικείμενο σύγκρουσης που δεν μπορούσε να κατασταλθεί. Οι συγκρούσεις μεταφέρονταν συνεχώς σε άλλα πεδία, με πείσμα και με κόπο, και με μία ασταμάτητη ορμή. Δεν ήταν απλό. Πολλά βάσανα που είχαν επινοηθεί τους τελευταίους αιώνες έπαψαν να υπάρχουν, αλλά υπήρχαν άλλες δυσκολίες. Κατά κάποιον τρόπο, ό,τι πριν πονούσε συνέχιζε να πονάει, αλλά ο πόνος των σχέσεων μπορούσε πλέον να γίνει το κέντρο του χρόνου. Οι νέες μορφές ζωής που ξεπηδούσαν δεν ήταν κάτι που περίμενε τόσο καιρό κρυμμένο να εμφανιστεί. Ήταν μία άρνηση, ή μάλλον πολλές αρνήσεις. Ροές που αποσχίζονταν από άλλες ροές, ξεδιπλώνοντας έτσι έναν αχαλίνωτο πολλαπλασιασμό εαυτών και επιθυμιών.