Δύο χρόνια μετά το κρατικό-καπιταλιστικό έγκλημα στα Τέμπη, ο αγώνας για την αποκατάσταση της μνήμης δίνεται σε όλα τα μέτωπα.
Πρώτα απ’ όλα, απέναντι σε έναν πολυεπίπεδο μηχανισμό συγκάλυψης, που κινητοποιήθηκε από την πρώτη στιγμή: Από το μπάζωμα του σημείου της σύγκρουσης των δύο τρένων, μέχρι την έπαρση με την οποία αντιμετωπίζουν οι εκπρόσωποι του ελληνικού κράτους την υπόθεση στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής. Ως συνήθως, οι ευθύνες αποδίδονται σε μεμονωμένα ανθρώπινα λάθη προκειμένου να μην καταλήξουν στα πρόσωπα που είναι πολιτικά υπεύθυνα για το έγκλημα. Στόχος βέβαια, πέρα από την εξασφάλιση της ασυλίας τους, είναι να μην αποδοθούν ευθύνες στις πολιτικές που εφαρμόζουν – εκείνες τις πολιτικές που χρόνια τώρα, στο όνομα της ανάπτυξης, ρημάζουν κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας, και είναι υπεύθυνες για την περαιτέρω φτωχοποίηση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων.
Μπροστά στην προοπτική της ανεξέλεγκτης κερδοφορίας, είναι ξεκάθαρο πως οι ζωές των από τα κάτω δεν μετράνε. Τα Τέμπη αποτελούν το πιο ωμό, το πιο βάρβαρο στιγμιότυπο αυτής της συνθήκης. Η ευθύνη για το έγκλημα αυτό ανήκει αποκλειστικά στις κρατικές πολιτικές της συνεχούς υποβάθμισης των δομών, που χρησιμοποιούνται μαζικά από την κοινωνική βάση. Είναι οι πολιτικές που έχουν υπηρετήσει οι δεξιοί και οι «αριστεροί» διαχειριστές του ελληνικού κράτους. Εξίσου υπεύθυνη είναι, βέβαια, και η νεοφιλελεύθερη επιταγή για μεταφορά του κόστους λειτουργίας αυτών των δομών στην ιδιωτική επιχειρηματικότητα, σε οργανισμούς δηλαδή που έχουν ως αποκλειστικό κίνητρο την κερδοφορία. Για τους οργανισμούς αυτούς το οικονομικό όφελος, πάντα και αδιαπραγμάτευτα, προηγείται των ζωών εκείνων που καταναλώνουν τις υπηρεσίες τους.
Μπροστά στο ενδεχόμενο να εκτεθούν τόσο οι υπεύθυνοι σε προσωπικό επίπεδο, όσο και οι πολιτικές που υπηρετούν, οι χαμένες ζωές των από τα κάτω δεν έχουν τίποτα να πουν. Η έπαρση ως επικοινωνιακή πολιτική, αποτελεί πλέον βασική γραμμή του ελληνικού κράτους. Και πάλι, τα Τέμπη αποτελούν το πιο κυνικό παράδειγμα: Από τη μία με τα λόγια του τότε υπουργού Μεταφορών, Καραμανλή, μερικές εβδομάδες πριν το δυστύχημα («είναι ντροπή να θέτετε θέματα ασφαλείας»), αλλά κυρίως με τις μικρές ή μεγαλύτερες “ντροπές” που ξεστομίζουν οι εκπρόσωποι του κρατικού μηχανισμού απέναντι στις οικογένειες των νεκρών. Μπροστά σε ανθρώπους που παλεύουν με αξιοπρέπεια να αποκαταστήσουν τη μνήμη των ανθρώπων τους, η έπαρση αυτή της κυριαρχίας είναι το απόσταγμα των αυταρχικών πολιτικών και παράλληλα ο πιο στυγνός εμπαιγμός.
Η δράση συμπληρώνει τα δάκρυα
Οι μαζικές διαδηλώσεις του Ιανουαρίου ανέδειξαν πως η βούληση των από τα κάτω μπορεί να δημιουργήσει πολιτικά γεγονότα και να κάνει τους κυβερνώντες να αναδιπλωθούν.
Απέναντι στη θανατοπολιτική του κέρδους, οφείλουμε να θέσουμε αναχώματα, και πρωτίστως να εξερευνήσουμε την υλική μετουσίωση της οργής και του πόνου. Για την αξιοπρέπεια όλων εκείνων που συνεχίζουν να αγωνίζονται, με τους τρόπους που επιλέγουν (από τις οικογένειες των νεκρών, τις φοιτητικές καταλήψεις και τις αγροτικές κινητοποιήσεις έως τους εξεγερσιακούς αγώνες ). Σε πείσμα του κόσμου που επιλέγει να σκύβει το κεφάλι, να γυρνάει από την άλλη, και να καταφάσκει στην εκμετάλλευση, το ξεζούμισμα, και την υποτίμηση του διπλανού, ευελπιστώντας την κοινωνική του ανέλιξη(βλέπε τους ντόπιους τσανακογλύφτες των ΝΑΤΟϊκών, που για λίγα δολάρια γίνονται συνένοχοι στην γενοκτονία που συντελείται ενάντια στον Παλαιστινιακό λαό ή τους νεόπλουτους ιδιοκτήτες που έχουν μετατρέψει κάθε γειτονιά της πόλης σε αποκλειστικό τουριστικό προϊόν).
Στους καιρούς που ζούμε η καπιταλιστική ανάπτυξη είναι αμείλικτη και επιβάλλεται ως μη αναπόδραστη. Είναι το ΤΙΝΑ (There Is No Alternative – Δεν υπάρχει εναλλακτική) σε αυτό το ‘παραγωγικό’ μοντέλα που οδηγεί την καθεμία από εμάς σε κοινωνικό, οικονομικό και προσωπικό αδιέξοδο. Ο τρόπος διαχείρισης της βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης τίποτα δεν έχει να προσφέρει σε εμάς, πέρα από παραπάνω ιδρώτα, αίμα, μιζέρια και πόνο. Αν δεν το αντιληφθούμε, δεν έχουμε πολλά να περιμένουμε. Αν δεν πάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας, με άλλα λόγια, δεν θα μας τις δώσει κανείς. Αυτό είναι το δικό μας στοίχημα.